Μάιος 16, 2020

«White Lines»: η καινούργια σειρά του δημιουργού του «La Casa de Papel» είναι μια βαρετή σαπουνόπερα

Σε μια σειρά που περιστρέφεται γύρω από τη δολοφονία ενός DJ, ο Άλεξ Πίνα δεν καταφέρνει να μιξάρει καλά τις ιστορίες και τις ιδέες του.

Στα χαρτιά, το «White Lines» τα έχει όλα: μια Ίμπιζα εκθαμβωτική από τον ήλιο, αστυνομικό μυστήριο, διεφθαρμένες πάμπλουτες οικογένειες όπου η μητέρα την πέφτει στους ερωμένους της κόρης όταν δεν κυκλοφορεί ολόγυμνη μπροστά στο γιο της, Ρουμάνους εμπόρους ναρκωτικών που κάνουν τις βρόμικες δουλειές τους τραγουδώντας μολδαβική pop, όργια, μουσική των Radiohead και house anthems, μέχρι και σκύλους που σνιφάρουν κοκαΐνη και καταλήγουν με ανακοπή στην πισίνα. Πάνω απʼ όλα είναι η νέα σειρά του Άλεξ –«La Casa de Papel»– Πίνα, που ακόμη κι αν αποφάσιζε να γυρίσει σε σειρά τη συνεδρίαση ενός δημοτικού συμβουλίου για την ύδρευση και την αποχέτευση του δήμου, όλοι θα την έβλεπαν.

Γιατί όμως τίποτα δεν πάει καλά σε αυτήν τη φιλόδοξη σειρά; Το βασικό πρόβλημα είναι οι πολλές ιστορίες που προσπαθεί να μιξάρει στο σενάριό του ο Άλεξ Πίνα, χωρίς ωστόσο να το κάνει με τη δεξιοτεχνία που μιξάρουν μουσική οι DJs των κλαμπ της Ίμπιζα. Η βασική ιστορία είναι η δολοφονία ενός DJ, του Άξελ (Τομ Ρις Χάρις). Όταν το μουμιοποιημένο πτώμα του ξεθάβεται σε μια ερημική έκταση στη νοτιοανατολική Ισπανία, η αδερφή του Ζόι (Λόρα Χάντοκ, «Οι Φύλακες του Γαλαξία»), βαθιά τραυματισμένη από την εξαφάνιση του Άξελ, αποφασίζει να ανακαλύψει το δολοφόνο πηγαίνοντας στην Ίμπιζα.

Εκεί ξαναβρίσκει τους φίλους του Άξελ, με τους οποίους ο αδερφός της είχε φύγει από το Μάντσεστερ στα μέσα της δεκαετίας του ʼ90: τον Μάρκους (Ντάνιελ Μέις), που συνεχίζει να είναι DJ αλλά σπρώχνει και ναρκωτικά στα κλαμπ, την Άννα (Άντζελα Γκρίφιν), η οποία διοργανώνει όργια αλά «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» που μοιάζουν με μπαλ μασκέ, και τον Ντέιβιντ (Λόρενς Φοξ), που έχει μεταμορφωθεί σε γκουρού εναλλακτικών θεραπειών και καθαρίζει το πνεύμα των πελατών του με τις εκκρίσεις μεξικάνικων βατραχιών. Για τη Ζόι όλοι αυτοί είναι ένοχοι, όπως και τα μέλη της πανίσχυρης οικογένειας Καλαφάτ, που έχει τα δικά της προβλήματα, καθώς θέλει να βρει χρηματοδότες για να χτίσει ένα καζίνο, ο γιος έχει μια περίεργη, σχεδόν αιμομικτική σχέση με τη μάνα του, η κόρη επαναστατεί καπνίζοντας τσιγαριλίκια και κάνοντας σεξ με γυναίκες κι ο πατέρας είναι αποσυρμένος και το μόνο που τον νοιάζει είναι να θάψει το σκύλο του στον οικογενειακό τάφο.

Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους οριακούς χαρακτήρες, πρόσθεσε και τον Μπόξερ (Νούνο Λόπες), το φύλακα-άγγελο των Καλαφάτ, που εκτελεί ανθρώπους και εξαφανίζει κάθε ίχνος στο χρόνο που χρειάζεσαι εσύ για να φτιάξεις μια σαλάτα, κι έχει μια ανεξήγητη αδυναμία στη Ζόι, παρόλο που εκείνη κάνει τη μία καταστροφική γκάφα πάνω στην άλλη στην προσπάθειά της να ξετρυπώσει τον ένοχο.

Η έλξη του Μπόξερ από τη Ζόι δεν είναι το μόνο αδικαιολόγητο που συμβαίνει στο «White Lines». Στο σενάριο του Άλεξ Πίνα, όλοι κάνουν παρορμητικές πράξεις απλώς για να δημιουργηθούν εντυπώσεις –τι να πούμε για την γκροτέσκα απόπειρα του γιου των Καλαφάτ να αποσπάσει μια ομολογία για τη δολοφονία του Άξελ–, η οικογένεια των Καλαφάτ θυμίζει στο περίπου τους Βοργίες, ενώ ο χαρακτήρας του Άξελ είναι κάτι μεταξύ Tiesto που παίζει την πιο εμπορική trance και Λεωνίδα Καβάκου που ξέρει απέξω κι ανακατωτά όλες τις σπάνιες ηχογραφήσεις του Μότσαρτ. Όλα αυτά, μαζί με την ακατάσχετη κατανάλωση ναρκωτικών, την επίπεδη ερμηνεία της Λόρα Χάντοκ και τις στημένες σκηνές των clubbers που χορεύουν σαν παρέα σε διαφημιστικό χυμού γύρω από πισίνα, προκαλούν μειδίαμα κι ένα hangover σαν να πήγες σε ρέιβ πάρτι και να έκανες όλα αυτά τα ναρκωτικά μόνος σου.

Στο τέλος, έχεις ξεχάσει τι ψάχνουν στη σειρά και το έχει ξεχάσει και ο Άλεξ Πίνα, που μέχρι το τελευταίο επεισόδιο δεν κάνει άλλη δουλειά από το να δείχνει γιατί ο Άξελ ήταν μισητός σε όλους και βάζει απλώς τους ενόχους να ομολογήσουν από μόνοι τους την πράξη της δολοφονίας. To «White Lines» θα ήθελε να είναι το «Trainspotting» του Netflix, αλλά καταλήγει να μοιάζει με τη «Δυναστεία», το «Gossip Girl» ή το «Riverdale».

Τι απομένει; Για αρχή, οι παραλίες και οι βιλάρες της Ίμπιζα, που σε θαμπώνουν όταν έχεις περάσει δύο μήνες σε καραντίνα και δεν ξέρεις αν και πότε θα πας διακοπές. Οι 40άρηδες θα πάθουν κρίση νοσταλγίας ακούγοντας μουσική από τη σκηνή του Μάντσεστερ τη δεκαετία του 1990, δηλαδή Happy Mondays, Primal Scream και Charlatans, ενώ οι clubbers θα ψιλοκουνηθούν με μερικά trance classics και πιο καινούργιες techno παραγωγές. Από τις σχηματικές ερμηνείες, οι μόνοι απολαυστικοί είναι ο Ντάνιελ Μέις, που φτιάχνει τον Μάρκους ως καρικατούρα, και ο Νούνο Λόπες, που ο Μπόξερ του θα ήθελες να είναι καλός σου φίλος – αρκεί να έβγαζε από πάνω του αυτά τα μαύρα, γιατί ιδρώνεις και μόνο που τον βλέπεις έτσι ντυμένο στο λιοπύρι.