Οκτώβριος 16, 2019

«Όλοι μας κάτω από πίεση μπορούμε να γίνουμε άγρια θηρία»: Μιλάμε με τον Νίκο Ψαρρά για το «Himmelweg»

Ο πρωταγωνιστής της παράστασης στο Θέατρο Τζένη Καρέζη μας εξηγεί πώς είναι να παίζεις τον «κακό» και μας μαθαίνει πράγματα για το Ολοκαύτωμα που δεν γνωρίζαμε.

Στο «Himmelweg», θα μάθεις μια αληθινή ιστορία για το Ολοκαύτωμα που δεν έχεις ξανακούσει. Το 1944 στο Τερεζίν, κοντά στην Πράγα, οι Ναζί δημιούργησαν έναν πρότυπο στρατόπεδο συγκέντρωσης εβραίων με καθαρές εγκαταστάσεις, άνετες κατοικίες, τράπεζα, ζαχαροπλαστείο και σχολείο. Ο σκοπός τους ήταν να υποδεχτούν επιθεωρητές του Ερυθρού Σταυρού και να πείσουν την κοινή γνώμη ότι δεν υπήρχαν απάνθρωπες συνθήκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μάλιστα, γύρισαν μια ταινία για το Τερεζίν με τίτλο «Ο Φίρερ χαρίζει στους Εβραίους μια πόλη», ώστε να τη διανείμουν για προπαγανδιστικούς λόγους.

Πάνω σε αυτό το άγνωστο γεγονός, ο Ισπανός Χουάν Μαγιόργκα έγραψε το έργο «Himmelweg». Στην παράσταση στο Θέατρο Τζένη Καρέζη, ο Νίκος Ψαρράς υποδύεται το διοικητή του στρατοπέδου. Με αυτή την αφορμή μίλησε στο Citytag για το ρόλο και τα επίκαιρα μηνύματα του έργου.

Για το χαρακτήρα του διοικητή Καρλ Ραμ που υποδύεσαι τι ξέρουμε;
Διαδέχτηκε ένα διοικητή του Τερεζίν που στάλθηκε στην Αθήνα για να οργανώσει την απέλαση των εβραίων στη Γερμανία, και τον κρέμασαν για εγκλήματα πολέμου το 1947. Ήταν φιλότεχνος, όπως πολλοί Ναζί αξιωματούχοι. Στο έργο τον βλέπουμε να ακούει μαγεμένος το «Träumerei» του Schumann. Αυτός ο άνθρωπος συγκινούνταν από την κλασική μουσική κι έπειτα σήκωνε το όπλο και σκότωνε.

Ήταν δηλαδή μια διπλή προσωπικότητα. Πόσο δύσκολο ήταν να παίξεις αυτόν το ρόλο;
Μια μεγάλη δυσκολία ήταν ο πρώτος μονόλογος που λέω. Είκοσι σελίδες! Δεν έχω ξανακάνει κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια, δεν ήθελα να παρουσιάσω ένα διοικητή στρατοπέδου συγκέντρωσης όπως τον έχουμε στο μυαλό μας, σαν μια εικόνα του Κακού. Έπρεπε να τον δικαιολογήσω για τις πράξεις του, γιατί ο ίδιος τις είχε δικαιολογήσει.

Αυτή είναι μια γενικότερη δυσκολία με τους «κακούς» χαρακτήρες. Οι πράξεις τους μας φαίνονται αποτρόπαιες, αλλά εκείνοι έχουν λύσει αυτό το θέμα μέσα τους. Θεωρώ ότι έχω κάνει καλά τη δουλειά μου αν τον συμπαθήσεις, αν μπεις στον δικό του τρόπου σκέψης, αν τη μία στιγμή λες «Τι γλύκας είναι αυτός» και την άλλη φρίξεις με τις πράξεις του.

Το έργο δεν μιλάει μόνο για ένα ιστορικό γεγονός αλλά έχει πολλά επίκαιρα μηνύματα. Πώς ξεφύγατε από την απλή αναπαράσταση του γεγονότος; 
Δεν θέλαμε να φτιάξουμε απλώς μια παράσταση μνήμης, αλλά με αφορμή το φασισμό και την επιχείρηση «ωραιοποίησης» που είχε στήσει ο Γκέμπελς και το υπουργείο Προπαγάνδας να δείξουμε τις αντιστοιχίες με τη δική μας ακροδεξιά, με τη ρητορική για «καθαρές φυλές», εξωτερικές απειλές και εξόντωση όσων δεν ταιριάζουν με τα δικά μας στερεότυπα.

Ο Νίκος Ψαρράς με το συμπρωταγωνιστή Δημήτρη Παπανικολάου

Πέρα από το ξεκάθαρο αντιναζιστικό και αντιφασιστικό μήνυμα, τελικά τι θέλει να μας πει ο Μαγιόργκα με το «Himmelweg»;
Τον ενδιαφέρει η ανθρώπινη φύση, η συμπεριφορά και οι αντιδράσεις του. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος από φόβο, θυμό, εκδίκηση, λύσσα. Όλοι μας κάτω από φοβερή πίεση μπορούμε να γίνουμε τα πιο άγρια θηρία. Τα τονίζει όλα αυτά με οξύμωρο τρόπο. Έπειτα από όλη τη φιέστα στο Τερεζίν, βάζει το διοικητή να μιλά για τη μελαγχολία του ηθοποιού. Παράδοξο; Ναι, αλλά για εκείνο, το Τερεζίν ήταν ένα έργο ζωής, μια παράσταση που έστησε με πρόβες έξι μηνών. Όταν αυτή η παράσταση τέλειωσε, του έμεινε η μελαγχολία.

Μου φαίνεται επίσης τρομακτικό πώς βλέπουμε στο έργο να στήνεται η προπαγάνδα. Αυτό που έγινε στο Τερεζίν δεν μοιάζει με τα fake news στην εποχή μας, που επηρέασαν το δημοψήφισμα για το Brexit ή έκαναν πρόεδρο τον Τραμπ;
Μα fake news ήταν το Τερεζίν, για να δοθεί μια απάντηση στη διεθνή κοινότητα, που αναρωτιόταν πού πήγαιναν όλοι αυτοί οι εβραίοι με τα τρένα και πού δούλευαν. Μεγάλη αγωνία των Γερμανών ήταν να φτάσει η ταινία «Ο Φίρερ χαρίζει μια πόλη στους εβραίους» στις ΗΠΑ, όπου υπήρχε μεγάλη εβραϊκή κοινότητα. Ήθελαν να διαβεβαιώσουν ότι δεν υπάρχουν ριγέ πιτζάμες και σκελετωμένοι άνθρωποι, ότι όλα είναι μια χαρά, ότι οι εβραίοι δουλεύουν, παίζουν ποδόσφαιρο, πηγαίνουν στο θέατρο. Είχαν κατασκευάσει στο Τερεζίν τράπεζα, ζαχαροπλαστείο, μέχρι και σχολείο, αλλά δεν είχαν προλάβει να το τελειώσουν κι έτσι έβαλαν μια ταμπέλα «κλειστό λόγω διακοπών».

Πώς μπορούμε να αντισταθούμε στο φασισμό και στην προπαγάνδα;
Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Όλοι πρέπει να φερόμαστε στους άλλους όπως θέλουμε να φέρονται εκείνοι σε εμάς. Αν συνέβαινε αυτό, ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος. Αν ήμουν πρόσφυγας, θα ήθελα να φτάσω κάπου και να είμαι ασφαλής, να υπάρχει μέριμνα, να μη με στοιβάζουν σαν το ζώο.

Για το Τερεζίν και τη φιέστα των Ναζί νομίζω ότι δεν γνωρίζει πολύς κόσμος. Τι άλλο δεν γνωρίζουμε για το Ολοκαύτωμα που το βρήκατε κάνοντας έρευνα;
Υπήρχαν χώρες όπου οι ντόπιοι έκαναν τη δουλειά των Ναζί συγκεντρώνοντας και σκοτώνοντας τους εβραίους, κυρίως στις χώρες της Βαλτικής. Στη Δίκη της Νυρεμβέργης, όταν ρώτησαν κάποιον κατηγορούμενο γιατί εξαθλίωναν τους εβραίους αφού θα τους σκότωναν, εκείνος έδωσε μια σοκαριστική απάντηση: «Δεν το κάναμε για τους ίδιους αλλά για τους στρατιώτες μας. Δεν έπρεπε να έχουν απέναντί τους ανθρώπους, αλλά ζώα, που μπορούσαν πολύ εύκολα να σκοτώσουν».

Επίσης μάθαμε ότι οι αυτοκτονίες των εβραίων ήταν ελάχιστες, γιατί δεν υπήρχε η πολυτέλεια να σκεφτούν την αυτοκτονία. Και πολλά ακόμη… Για τους Γερμανούς πολίτες που πίστευαν ότι οι εβραίοι τριγυρνούσαν τα βράδια για να πιούν αίμα σαν βρικόλακες, για το επιτραπέζιο παιχνίδι Juden Raus, όπου κέρδιζε όποιος έστελνε τους περισσότερους εβραίους στη φυλακή.

Πρέπει να ήταν επίπονο να ανακαλύπτεις όλες αυτές τις φρικαλεότητες. Πώς κάνατε την έρευνά σας;
Συνεχώς ανακαλύπταμε άγνωστα και σε μας, εφιαλτικά στοιχεία. Διαβάσαμε πάνω από εκατό βιβλία για το Ολοκαύτωμα, είδαμε το 9ωρο ντοκιμαντέρ «Shoah» του Claude Lanzmann και πολλές ταινίες, από τη «Λίστα του Σίντλερ» μέχρι τον «Γιο του Σαούλ». Στο «Shoah» ανακαλύψαμε μια συνέντευξη του Ελβετού επιθεωρητή που επισκέφτηκε το Τερεζίν. Είναι τρακαρισμένος, καπνίζει πούρα και το πρώτο πράγμα που λέει είναι «Δεν θέλω να με γελοιοποιήσετε». Στη συνέχεια αναρωτιέται «Γιατί ασχολείστε τόσο πολύ με του εβραίους του Τερεζίν; Αυτοί τουλάχιστο πήγαν χορτάτοι».

Το «Himmelweg» παρουσιάστηκε αρχικά στο περασμένο Φεστιβάλ Αθηνών, όπου το παρακολούθησε και ο συγγραφέας. Πώς του φάνηκε;
Εξεπλάγη θετικά, κυρίως με την επιλογή να εκτυλίσσεται η παράσταση σαν να βρισκόμαστε μέσα στη μνήμη του επιθεωρητή του Ερυθρού Σταυρού. Βγαίνει πρώτος στη σκηνή, λέει ότι εδώ και 25 χρόνια βασανίζεται βλέποντας αυτό το μέρος στον ύπνο του και η ιστορία ζωντανεύει ξανά όταν εμφανίζεται ο διοικητής και απευθύνεται σε αυτόν λέγοντας: «Πώς βρήκατε το δρόμο; Όλα έχουν αλλάξει από τότε. Α, έχετε ξανάρθει. Τώρα θυμάμαι ποιος είστε. Ήξερα ότι θα ξανάρθετε». Ο Μαγιόργκα μας είπε ότι είναι ένα από τα καλύτερα ανεβάσματα του έργου του.

Ποιες είναι οι αντιδράσεις των θεατών;
Σοκάρονται. Συγκινούνται. Δεν ξέρουν τι έρχεται στη συνέχεια. Ειδικά η τελευταία σκηνή τους σημαδεύει. Εύχομαι να συμβαίνει αυτό που επιδιώκω σε κάθε παράσταση στην οποία συμμετέχω, δηλαδή ο θεατής να φεύγει αλλιώτικος απ’ όταν ήρθε. Να έχει ταρακουνηθεί. Αν δεν προβληματιστεί, τότε η παράσταση, όποια κι αν είναι αυτή, δεν έχει πετύχει το στόχο της.

Θεωρείς ότι σε μια εποχή που καταναλώνουμε πολύ θέαμα, μια παράσταση μπορεί να σε ακολουθεί για καιρό;
Δεν ξέρω για πόσο, αλλά οφείλει να το κάνει. Έχω δει παραστάσεις πριν από 20 χρόνια και ακόμη τις θυμάμαι. Για μια φοβερή ερμηνεία, για το θέμα, γιατί ζήλεψα θέλοντας να είμαι μέρος της.

Ποιες ήταν αυτές;
Ο «Γυάλινος κόσμος» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαυρίκιου, που τον είδα μόλις είχα έρθει από τη Θεσσαλονίκη. Και πρόσφατα το «Master Class», που έκλαιγα στην αγκαλιά της Μαρίας Ναυπλιώτου για πέντε λεπτά. Ήμουν με νταουλιασμένα τα μάτια και σε μισή ώρα θα έπαιζα στο «Φάρο»!

Όταν φεύγει κάποιος από την παράσταση, τι θα ήθελες να μείνει στο μυαλό του;
Αν και είναι εύκολο να χάσουμε την μπάλα, πρέπει να διατηρούμε με κάθε τρόπο την ανθρωπιά μας, να γίνουμε πιο ευαίσθητοι και φιλεύσπλαχνοι.

Τελικά ισχύει το «η Ιστορία επαναλαμβάνεται»;
Νομίζω ότι δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης με τη ναζιστική Γερμανία. Από την άλλη όλα είναι ρευστά. Υπάρχει υπερπληθυσμός, οι φυσικοί πόροι δεν επαρκούν, συμβαίνουν μεγάλες καταστροφές κι ο πόλεμος ήταν ανέκαθεν μια λύση σε όλα αυτά. Επίσης ο κίνδυνος της ακροδεξιάς είναι υπαρκτός.

Περισσότερες πληροφορίες για τις ώρες και τα εισιτήρια της παράστασης θα βρεις εδώ.

(φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή)