Φεβρουάριος 17, 2020

Είδαμε την πολυαναμενόμενη παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού «Κομμώτριες/Μεταπολίτευση»

Με το γνώριμο, μεταμοντέρνο στιλ του και με έναν εκπληκτικό θίασο, ο σκηνοθέτης δημιουργεί μία έντονη εμπειρία που παρασέρνει το θεατή στη δίνη της Ιστορίας.

Τι είναι η Μεταπολίτευση; Πότε ξεκίνησε; Πότε τελείωσε; Ή μήπως δεν τελείωσε ποτέ και συνεχίζεται ακόμη; Πώς διαμόρφωσε την ελληνική κοινωνία; Ποια σημάδια τής άφησε; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν καταφέρει να δώσουν οριστικές απαντήσεις ιστορικοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, που με κάθε ευκαιρία αναφέρονται στη Μεταπολίτευση και την αναλύουν. Μπορεί άραγε να το κατορθώσει αυτό ένας θεατράνθρωπος με μια παράσταση που έχει τον προκλητικό τίτλο «Κομμώτριες/Μεταπολίτευση»;

Μπαίνοντας στην αίθουσα του θεάτρου Θησείον για να παρακολουθήσουμε την καινούργια δουλειά του Μιχαήλ Μαρμαρινού, του σκηνοθέτη που έχει ταυτιστεί όσο κανείς άλλος με το μεταμοντέρνο θέατρο στην Ελλάδα, το μοναδικό σκηνικό που αντικρίσαμε ήταν ένα μεγάλο τραπέζι με μισοάδεια ποτήρια, σαν να έχει τελειώσει μόλις ένα μεγάλο πάρτι. Ο συμβολισμός είναι άμεσος: αυτό είναι το «πάρτι» της ξέφρενης πορείας της Ελλάδας από την πτώση της Χούντας και τουλάχιστο μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Αρχικά, οι έξι ηθοποιοί αλωνίζουν τη σκηνή τρέχοντας και σταματούν απότομα για να δουν στα κινητά φωτογραφίες ιστορικών γεγονότων, οι οποίες προβάλλονται με μια μικροκάμερα στους τοίχους. Από την άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Αθήνα το 1974 μέχρι το πλοίο Vlora που κουβαλούσε χιλιάδες εξαθλιωμένους Αλβανούς στο Μπάρι το 1991, οι σημαδιακές και φορτισμένες αυτές φωτογραφίες ορίζουν το ελληνικό και διεθνές ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ξεδιπλωθεί η παράσταση.

Από εκεί και πέρα ξεκινά ένας βομβαρδισμός με αποσπάσματα κειμένων και συνεντεύξεων, ηχητικά ντοκουμέντα, τραγούδια, απαρίθμηση ονομάτων και ιστορικών γεγονότων. Το πρωτότυπο κείμενο-συρραφή που δημιούργησε ο Μαρμαρινός κατά την πολύμηνη προετοιμασία της παράστασης, είναι ζαλιστικό: χωράει τον Νίτσε και τον επικήδειο του Γιώργου Παπανδρέου στην κηδεία του πατέρα του, Ανδρέα, τραγούδια του Elvis Presley και Ελλήνων λαϊκών αοιδών, τον Λεωνίδα Κύρκο, τον Γιώργο Γεννηματά, τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τον Μαγκντί Γιακούμπ που χειρούργησε τον Ανδρέα Παπανδρέου, τους Γερμανούς σκηνοθέτες Χέρτζογκ και Φασμπίντερ, τη Siri της Apple και το σχοινοβάτη Φιλίπ Πετί ο οποίος περπάτησε στον αέρα μεταξύ των Δίδυμων Πύργων της Νέας Υόρκης. Με έντεχνο τρόπο, ο Μαρμαρινός διασταυρώνει εξέχουσες προσωπικότητες που είναι συνδεδεμένες με την περίοδο της Μεταπολίτευσης με καλλιτέχνες και διανοητές οι οποίοι διευρύνουν τον προβληματισμό του σκηνοθέτη για την Ιστορία, την τέχνη και τη θεατρική δημιουργία.

Υπάρχουν καταπληκτικές σκηνές στην παράσταση, οι οποίες αποκαλύπτουν πώς διαμορφώθηκε μέσα στη Μεταπολίτευση η ελληνική εθνική ταυτότητα, οι μύθοι και το lifestyle με τα οποία πορεύεται από το 1974 και μετά ένας ολόκληρος λαός. Δύο από αυτές τις ιδιοφυείς σκηνές, η αναπαράσταση του κωμικοτραγικού σκορπίσματος της στάχτης της Μαρίας Κάλλας στο Αιγαίο και ο σχολιασμός της φωτογραφίας της Μελίνας Μερκούρη μπροστά στην Αφροδίτη της Μήλου, εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας στη σκηνή και αναφέρονται στον διαστρεβλωμένο τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε εμείς οι Έλληνες τα σύμβολά μας. Η σκηνή για το τι σημαίνει vintage είναι ξεκαρδιστική και αποκαλύπτει την ειρωνική αίσθηση του χιούμορ που διαθέτει ο Μαρμαρινός. Τέλος, για τη σκηνή του γλεντιού με τα ελληνικά (κυρίως) άσματα, οι ηθοποιοί κατεβαίνουν στο υπόγειο γραφείο του θεάτρου, ενώ εμείς τους παρακολουθούμε σε real-time προβολή να «χτυπιούνται» με «Ρίξε σπίρτο στο κορμί μου να πυρποληθώ» και Μπέλλου.

Η Μάιρα Γραβάνη, η Ηλέκτρα Νικολούζου, ο Άρης Νινίκας, η Ανδρομάχη Φουντουλίδου, ο Χάρης Φραγκούλης και ο Adrian Frieling υπηρετούν με αξιοθαύμαστο ζήλο την απαιτητική μέθοδο με την οποία δουλεύει ο Μαρμαρινός με τους ηθοποιούς του, οδηγώντας τους κάποιες στιγμές στα όρια της αντοχής τους. Περπατάνε με γρήγορο βηματισμό, πηδάνε πάνω στα παγκάκια, σπαρταράνε στο πάτωμα, παίρνουν άβολες στάσεις, «βουτάνε» στα πόδια των θεατών, χορεύουν ξέφρενα. Στα καλογυμνασμένα κορμιά τους βλέπεις τον ιδρώτα και τους τεντωμένους μύες τους, νιώθεις το λαχάνιασμά τους. Η ενέργειά τους ρέει ασταμάτητα και με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο χώρο παρασέρνοντας τους θεατές.

Έπειτα από την έντονη εμπειρία που ζήσαμε στη σχεδόν τρίωρη παράσταση, με σιγουριά λέμε ότι με το γνώριμο προσωπικό στιλ και τις εμμονές του ο Μιχαήλ Μαρμαρινός φτιάχνει ένα ψηφιδωτό της Μεταπολίτευσης, ένα μεστό χρονικό που υπερβαίνει την ιστορική μέθοδο, τόσο για εμάς που την έχουμε ζήσει όσο και για εκείνους που κάτι έχουν ακούσει γι’ αυτήν. Η καίρια και αναγκαία προσέγγισή του σε μια εποχή πόλωσης είναι ότι δεν ενδιαφέρεται να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις για το τι σημαίνει Μεταπολίτευση ούτε να κάνει πολιτικό θέατρο και να τοποθετηθεί ιδεολογικά. Μέσα απ’ αυτή την καταιγιστική παράσταση θέλει να μεταφέρει την αίσθηση που αφήνει στους καθημερινούς ανθρώπους το πέρασμα της Ιστορίας. Με τις «Κομμώτριες/Μεταπολίτευση» μας απορρόφησε στη δίνη μιας περιόδου που ακόμη κι αν δεν μπορούμε να την ορίσουμε και να την εξηγήσουμε, σίγουρα πάντως είμαστε μέρος της και μας έχει προσδιορίσει.