Νοέμβριος 27, 2019

Είδαμε έναν «Θείο Βάνια» που φορούσε κόκκινα All Star και μίλαγε στο κινητό

Στην παράσταση του τσεχοφικού αριστουργήματος στο Bios, η σκηνοθέτιδα Μαίρη Μαγκανάρη προσγειώνει τους χαρακτήρες στο σήμερα.

Οι ήρωες του «Θείου Βάνια» δεν αγαπούν και δεν αγαπιούνται όσο το έχουν ανάγκη, λένε τα ίδια και τα ίδια για όσα τους βασανίζουν, καίγονται να αλλάξουν τη ζωή τους αλλά αποτυγχάνουν παταγωδώς, πίνουν ακατάπαυστα, δουλεύουν για να ξεχαστούν. Μήπως σου θυμίζει κάτι; Ο Τσέχοφ περιέγραψε την κωμικοτραγική ζωή τους το 1898, αλλά, 120 χρόνια μετά, αυτή η ζωή μοιάζει αφόρητα με τη δική μας, με τη ζωή των ανθρώπων που έχουμε γύρω μας και πολλών άλλων που δεν γνωρίζουμε. Η σκηνοθέτιδα Μαρία Μαγκανάρη το διέκρινε αυτό κι έτσι πήρε τους τσεχοφικούς ήρωες από τόσο παλιά και τους προσγείωσε ομαλά στο σήμερα.

Ο Βάνιας είναι ένας 47χρονος με κρίση μέσης ηλικίας, που αναρωτιέται πώς θα περάσει τα υπόλοιπα 13 χρόνια της ζωής του κι αν πρέπει να φτιάξει τσάι ή να κρεμαστεί. Η ανιψιά του, Σόνια, γερασμένη πριν την ώρα της, θυσιάζεται μέχρι τελικής πτώσης για τους άλλους. Ο πατέρας της, καθηγητής Σερεμπριακόφ, είναι εγωκεντρικός και περιφρονεί τους άλλους, ακόμη κι αν κοπιάζουν νυχθημερόν για να τον συντηρούν οικονομικά. Την νεαρή γυναίκα του, Έλενα, την ποθούν όλοι, αλλά αυτός ο πόθος δεν ξεπερνάει το πλατωνικό επίπεδο.  Κι ο γιατρός Αστρόφ, κατεβάζει το ένα ποτήρι βότκα μετά το άλλο, δεν μπορεί να συνδεθεί με τους ανθρώπους και εξαντλεί την ευαισθησία του στην προστασία των δασών.

Όλοι τους σέρνουν τα παράπονα, τις απογοητεύσεις, την ανία, τις ματαιώσεις, τον εγωισμό, την αχαριστία και το ναρκισισμό τους στο κτήμα του Σερεμπριακόφ, όπου ο συνταξιούχος καθηγητής φτάνει με τη δεύτερη σύζυγό του αναστατώνοντας την όπως-όπως τακτοποιημένη καθημερινότητα όσων ζουν και εργάζονται εκεί για να του στέλνουν λεφτά.

Το ότι οι χαρακτήρες έχουν κάτι από εμάς, ή είναι εμείς, το νιώσαμε από το στήσιμο των ηθοποιών, που μας περικύκλωναν. Κινούνταν και έπαιζαν κυριολεκτικά μπροστά στα πόδια μας, αφού οι θεατές κάθονταν δεξιά κι αριστερά του κεντρικού χώρου δράσης. Δεν τους χάναμε ποτέ από τα μάτια μας, καθώς όταν δεν μιλούσαν, αποσύρονταν σε έναν πλαϊνό χώρο όπου συνέχιζαν να πίνουν, να διαβάζουν ή να παίζουν ξύλινο ποδοσφαιράκι, ενώ ο καθηγητής βρισκόταν όλη την ώρα πάνω από το κεφάλι μας σε ένα υπερυψωμένο πατάρι.

Αυτός ο «Θείος Βάνιας» δεν ήταν σκηνογραφικά και ενδυματολογικά τοποθετημένος σε μια συγκεκριμένη εποχή και η επιλογή ήταν μια υποσημείωση για τη διαχρονικότητα του έργου. Η σκηνή ήταν στρωμένη με βαριά χαλιά που θα έβρισκες σε ένα παλιό ρωσικό σπίτι του 19ου αιώνα και κάπου ήταν ακουμπισμένο ένα σαμοβάρι. Από την άλλη, ο Σερεμπριακόφ φορούσε κόκκινα All Star κι ο θείος Βάνιας βερμούδα cargo και μπλουζάκι Morrissey (αυτό που λέγαμε για την κρίση μέσης ηλικίας!), ενώ ο γιατρός Αστρόφ απαντούσε σε κλήσεις για τη δουλειά του στο κινητό και έδειχνε στην Έλενα τα καμμένα δάση στο Google Maps ενός iPad. Τα σκηνικά της Διδώς Γκόγκου και τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου έφτιαξαν ένα πετυχημένο mix & match εποχών.

Ο θίασος ήταν απόλυτα δεμένος αλλά και με πολύ καλές ατομικές επιδόσεις, που μετέφεραν τους χαρακτήρες από το τότε στο σήμερα. Ο Βάνιας του Κώστα Κουτσολέλου περνούσε κυρίως κρίση αντρικής ταυτότητας παρά ηλικίας, σαν ένας σύγχρονος άντρας που δεν μπορεί να νιώσει αρκετά αρσενικό στον 21ο αιώνα όπου οι ρόλοι είναι ρευστοί. Ο Αστρόφ του Γιωργή Τσαμπουράκη ήταν ένας βαριεστημένος γόης που αν ζούσε στην εποχή μας θα ανέβαζε συνέχεια selfies στο Instagram. Η Σόνια της Σύρμως Κεκέ ήταν το υπομονετικό θύμα, έτσι όπως κυκλοφορούσε σεμνότυφα ντυμένη σαν παραδουλεύτρα με τα τσιμπιδάκια στα μαλλιά, ελπίζοντας ότι ο έρωτας για τον Αστρόφ θα την απελευθερώσει. Ενώ, τέλος, η Έλενα της Ανθής Ευστρατιάδου, παγιδευμένη στην ομορφιά της και στο ερωτικό μαρκάρισμα από τον Βάνια και τον Αστρόφ, προσπαθούσε με συμπόνια και κατανόηση να πείσει τους γύρω της ότι δεν ήταν απλώς μια καλλονή.

Δύο σκηνές του έργου που κλείνουν μέσα τους βασικά νοήματα του έργου, ήταν εξαιρετικά σκηνοθετημένες. Η μία ήταν η έκρηξη του Βάνια, όταν ο Σερεμπριακόφ ανακοίνωσε ότι θέλει να πουλήσει το κτήμα, όπου οι εσωτερικές εντάσεις ξέσπασαν σε ένα κωμικοτραγικό πανδαιμόνιο, που έσφιγγε το στομάχι σου αλλά και προκαλούσε γέλιο με την υστερία του. Η δεύτερη ήταν ο τελευταίος μονόλογος της Σόνιας, που λέει πως όνειρα και επιθυμίες είναι μάταια και δίνει το σύνθημα για επιστροφή στα συνηθισμένα: η Κεκέ τον ερμήνευσε με μελαγχολία και με μοιρολατρία, που έκρυβε μέσα στο στόμφο του την ειρωνεία για την ανθρώπινη κατάσταση. Αν και η Σόνια μας λέει πως τίποτα τελικά δεν αλλάζει στη ζωή, η Μαγκανάρη κατάφερε να ανανεώσει τον τρόπο που συνήθως ανεβαίνει ο Τσέχοφ και το συγκεκριμένο έργο. Αντί για μια ηθογραφία της ρωσικής επαρχίας του 19ου αιώνα ή για ένα μεταμοντέρνο πείραμα, παρέδωσε μια σύγχρονη παράσταση που μας αφορά.

Ο «Θείος Βάνιας», σε νέα παραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, παρουσιάζεται στο Bios. Περισσότερες πληροφορίες για τις ώρες και τα εισιτήρια της παράστασης εδώ