Φεβρουάριος 18, 2020

Είδαμε το καθηλωτικό «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου κάνει μια βουτιά στην ουσία του τολμηρού έργου του Τένεσι Ουίλιαμς με οδηγό την υποδειγματική ερμηνεία της Θέμιδας Μπαζάκα.

Το 1957 που έγραψε το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», ο Τένεσι Ουίλιαμς υπέφερε ήδη από κρίσεις πανικού, τις οποίες καταπολεμούσε με κατάχρηση αλκοόλ, ηρεμιστικών και ναρκωτικών. Βασανιζόταν από την ομοφυλοφιλία του, που εκείνη την εποχή ήταν ένα τεράστιο ταμπού, και την ανασφάλεια για το γράψιμό του. Επισκεπτόταν μάλιστα έναν διάσημο ψυχαναλυτή, ο οποίος του ασκούσε πιέσεις να αλλάξει σεξουαλικό προσανατολισμό και να παρατήσει τη συγγραφή. Κουβαλούσε επίσης έντονες ενοχές γιατί δεν είχε καταφέρει να αποτρέψει το 1943 τη λοβοτομή της αδερφής του, η οποία ήταν σχιζοφρενής – ο Ουίλιαμς δεν συγχώρεσε ποτέ τους γονείς του που έδωσαν τη συγκατάθεσή τους γι’ αυτό. Όλα τα έργα του Τένεσι Ουίλιαμς είναι γεμάτα με αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» αγγίζει τα όρια της αυτο-ψυχανάλυσης. Βλέποντάς το νομίζεις ότι ακούς το συγγραφέα να μιλάει ξαπλωμένος στο ντιβάνι. Μια κριτική για το πρώτο ανέβασμα του έργου το 1958 αναφέρει ότι το έργο είναι «μια άγρια και τολμηρή επιβεβαίωση της ομοφυλοφιλίας του Τένεσι Ουίλιαμς και μαζί μια έκδηλη προσπάθεια να την ξορκίσει και να γίνει “υγιής”».

Το μονόπρακτο έργο εκτυλίσσεται το 1936 στη Νέα Ορλεάνη, στην έπαυλη της ευκατάστατης μεγαλοαστής χήρας κ. Βέναμπλ (Θέμις Μπαζάκα), η οποία έχει χάσει το γιο της Σεμπάστιαν υπό μυστηριώδεις συνθήκες στην Ισπανία. Μιλάει για εκείνον με νοσταλγία μέσα στο θερμοκήπιο της έπαυλης όπου διατηρεί σε απόλυτη τάξη τα προσωπικά του αντικείμενα, και θυμάται τα καλοκαιρινά τους ταξίδια όπου τον συνόδευε σαν να ήταν η σύντροφός του. Την πραγματική ιστορία για το τι συνέβη πέρσι το καλοκαίρι στην Ισπανία, τη γνωρίζει η ξαδέρφη του Σεμπάστιαν, η Κάθριν, που ήταν η συνοδός του. Έγκλειστη σε ψυχιατρική κλινική, η Κάθριν (Μαίρη Μηνά) ισχυρίζεται ότι έγινε μάρτυρας της άγριας δολοφονίας του Σεμπάστιαν από μια συμμορία πεινασμένων παιδιών, υπονοώντας ότι ο Σεμπάστιαν ήταν ομοφυλόφιλος και αναζητούσε τον αγοραίο έρωτα με ανήλικα αγόρια. Προσπαθώντας να διαφυλάξει την υπόληψη του γιου της, η κ. Βέναμπλ προσκαλεί έναν ψυχίατρο (Παναγιώτης Εξαρχέας) για να ανακρίνει την Κάθριν και να την υποβάλλει σε λοβοτομή ώστε να διαγράψει τις μνήμες της και να σταματήσει να κηλιδώνει την υστεροφημία του.

Η παράσταση που έχει σκηνοθετήσει ο Γιώργος Παπαγεωργίου είναι υποβλητική, σαν να πέφτει βαριά η σκιά του φαντάσματος του Σεμπάστιαν πάνω στην έπαυλη και τους χαρακτήρες. Ξεκινάει με το ατμοσφαιρικά (υπο)φωτισμένο σκηνικό της Ευαγγελίας Θεριανού, που μοιάζει με μαυσωλείο. Η Μπαζάκα κοντοστέκεται σε διάφορα σημεία, και χαϊδεύει τα παλιακά αντικείμενα σαν να χαϊδεύει τις αναμνήσεις από το γιο της. Ο Φώτης Σιώτας, ένας από τους δημιουργικότερους πειραματιστές με τον ήχο του βιολιού, έχει γράψει εκπληκτική μουσική με έθνικ μοτίβα και εφέ, την οποία εκτελεί ζωντανά δημιουργώντας ατμόσφαιρα δυσοίωνη και μυστηριώδη.

Η Μπαζάκα είναι η ιδανική κ. Βέναμπλ. Ντυμένη με ένα σατέν φόρεμα εποχής που κινείται αέρινα πάνω της, μαγνητίζει το βλέμμα σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Παίζοντας με μια φοβερή γκάμα συναισθηματικών χρωματισμών, κρατάει το έργο πάνω της καθώς οδηγείται από την άρνηση και την απώθηση μέχρι τη συνειδητοποίηση των μύχιων παθών του και του άγριου τέλους του. Ο απόλυτος σπαραγμός της στο τέλος ξεχύνεται σε μια σκηνή η οποία μας δημιούργησε σφίξιμο στο στομάχι και θα τη θυμόμαστε για καιρό. Απέναντί της, η Μπαζάκα έχει τη νευρώδη Μηνά, η οποία τα δίνει όλα για όλα στον απαιτητικό μονόλογο στον οποίο περιγράφει με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια τη δολοφονία του Σεμπάστιαν. Η ένταση στο παίξιμό της χτυπάει κόκκινο γι’ αυτό και βρήκαμε περιττή και αρκετά «θορυβώδη» τη χρήση κατά τη διάρκεια του μονολόγου σκηνοθετικών ευρημάτων με σκιές και αναβόσβημα των φώτων.

Το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» μιλάει για θέματα που κανείς δεν τολμούσε να αγγίξει στην Αμερική των ’50s: για την ομοφυλοφιλία, φυσικά, αλλά και για τη συμβιωτική, σχεδόν αιμομικτική σχέση ενός γιου με τη μάνα του, την οποία χρησιμοποιεί ως κράχτη για να βρίσκει εραστές, για το πώς εφαρμοζόταν η ψυχιατρική, για την πορνεία και την παιδοφιλία. Ο Παπαγεωργίου ορθά επιλέγει να μη φωτίσει αυτά τα θέματα, που ήταν προκλητικά και ανήκουστα σε μια περασμένη, συντηρητική εποχή. Αντίθετα, εστιάζει στο κείμενο και κάνει μια ψυχογραφική βουτιά στους χαρακτήρες του έργου, για να διακρίνει πώς διαχειρίζονται οι άνθρωποι το πένθος, τις μνήμες και τα μυστικά τους, ποιους μηχανισμούς άμυνας χρησιμοποιούν, πώς συγκρούονται και πώς ξεσπούν. Δοσμένες μέσα από πολύ καλές ερμηνείες, αυτές είναι οι αλήθειες που μας άφησαν ένα μούδιασμα στο τέλος της παράστασης και μας κάνουν να την προτείνουμε ανεπιφύλακτα.