Νοέμβριος 5, 2019

Είδαμε το «Γλάρο» του Τσέχοφ στο Θέατρο Τέχνης και μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας

Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος σκηνοθετεί το αριστούργημα του ρωσικού θεάτρου σαν ένα «ανοιχτό μάθημα», σε μια παραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

Για το «Γλάρο» του Τσέχοφ έχουν πει ότι δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα κι όμως συμβαίνουν τα πάντα. Πράγματι, η πλοκή δεν είχε και τόση σημασία για τον Τσέχοφ. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να πει όχι μια ιστορία αλλά να αναλύσει ανθρώπινους χαρακτήρες, να μιλήσει για το νόημα της δημιουργίας και της τέχνης, αλλά και να πάει κόντρα στο συμβατικό ρωσικό θέατρο της εποχής του, που ήταν γεμάτο από επιφανειακούς χαρακτήρες και απλοϊκές ιστορίες.

Το είχε πει άλλωστε και στον εκδότη του όταν του παρουσίασε το «Γλάρο»: «Χρειαζόμαστε νέους τρόπους έκφρασης κι αν δεν μπορούμε να τους δημιουργήσουμε καλύτερα να μην κάνουμε τίποτα». Ο «Γλάρος» είναι το πιο αυτοβιογραφικό έργο του Τσέχοφ, γιατί εκεί μιλάει ανοιχτά για το πόσο βασανιστική είναι η συγγραφή και γενικά η καλλιτεχνική δημιουργία.

Βρισκόμαστε στη ρωσική εξοχή του 19ου αιώνα, όπου ο νεαρός, επαναστατημένος συγγραφέας Τρέπλιεφ, ο οποίος θέλει να ταράξει τα νερά του θεάτρου, ανεβάζει το πρώτο του έργο πλάι σε μια λίμνη. Ο σκοπός του είναι να εντυπωσιάσει τους καλεσμένους της μητέρας του, αλλά και την ίδια, την αλαζονική ντίβα του θεάτρου Αρκάντινα, η οποία έχει δεσμό με τον φημισμένο συγγραφέα Τριγκόριν. Πρωταγωνίστρια του έργου του ο μεγάλος του έρωτας, η Νίνα, ένα απλό κορίτσι που ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Το άδοξο τέλος της παράστασης του Τρέπλιεφ φέρνει απρόβλεπτες συνέπειες.

Στην είσοδο του Θεάτρου Τέχνης της Φρυνίχου, αντί για ταξιθέτες μας καλωσόρισαν οι ηθοποιοί της παράστασης, που παραλίγο να μην τους καταλάβουμε έτσι όπως ήταν ντυμένοι με σύγχρονα ρούχα. Ένας από αυτούς, ο Λάμπρος Γραμματικός, μας οδήγησε στις θέσεις μας και μας ρώτησε αν έχουμε ξαναδεί το «Γλάρο». Νιώσαμε ότι με αυτό το τρικ ο σκηνοθέτης Γιάννης Παρασκευόπουλος ήθελε να κάνει κι εμάς μέρος του θιάσου, να μας βάλει μέσα στο έργο και στην παράσταση.

Επιβεβαιωθήκαμε ότι αυτός ήταν ο σκοπός του όταν η παράσταση ξεκίνησε σαν να ήταν μια πρόβα ή ένα μάθημα σε δραματική σχολή. Οι ηθοποιοί του θιάσου ανέβηκαν στο πατάρι πάνω από τη σκηνή, κάθισαν χαλαρά σαν μια μεγάλη παρέα σ’ έναν πάγκο και άρχισαν να μας παρουσιάζουν τους χαρακτήρες του έργου και κάποια εγκυκλοπαιδικά στοιχεία. Μάθαμε, λοιπόν, ότι ο Τσέχοφ περιέγραφε το «Γλάρο» ως εξής: «Είναι κωμωδία και έχει τρεις γυναικείους ρόλους, έξι ανδρικούς, τέσσερις πράξεις, ένα τοπίο (θέα σε λίμνη), πολλές λογοτεχνικές συζητήσεις, λίγη δράση και πέντε καντάρια έρωτα». Μάθαμε επίσης ότι η πρεμιέρα του έργου το 1896 ήταν μια παταγώδης αποτυχία και ότι οι εχθρικές αντιδράσεις του κοινού απογοήτευσαν τόσο πολύ τον Τσέχοφ ώστε ήθελε να αποσύρει το έργο.

Αυτή η αίσθηση ότι παρακολουθούμε κάτι σαν ανοιχτή πρόβα, συνεχίστηκε όταν ξεκίνησε η δράση. Οι ηθοποιοί αντί να αφηγούνται σε κανονική ροή το κείμενό τους ανέφεραν με λεπτομέρειες τι θα πει, τι θα κάνει και πώς θα αντιδράσει κάποιος άλλος χαρακτήρας, σαν να έδιναν οδηγίες ο ένας τον άλλο. Με αυτό το εύρημα ο Παρασκευόπουλος επιχείρησε να μας δείξει πώς σκηνοθετείται μια παράσταση, πώς οι ηθοποιοί μαζί με το σκηνοθέτη ψάχνουν να βρουν το νόημα του κειμένου.

Στη σχεδόν άδεια από αντικείμενα σκηνή, βρίσκονταν μόνο ξύλινα πάνελ που άνοιγαν και έκλειναν για να ορίσουν το χώρο, καθώς και μερικές ξύλινες ξαπλώστρες, που μετακινούνταν ανάλογα με τη δράση πότε για να κάθονται οι ηθοποιοί και πότε για να φτιαχτεί η σκηνή όπου παρουσίαζε το έργο του ο Τρέπλιεφ. Με την απουσία σκηνικού αναδείχθηκαν τα πάθη, τα λάθη, οι εγωισμοί, οι απογοητεύσεις, οι συμβιβασμοί και τα υπαρξιακά των χαρακτήρων. Ήταν όλα τόσο καθαρά ώστε σκεφτήκαμε ότι οι χαρακτήρες του Τσέχοφ θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί μόλις χθες.

Ο «Γλάρος» είναι ένα τραγικό έργο με χαρακτήρες βουτηγμένους στη μελαγχολία, που δεν μπορούν να είναι ποτέ ευτυχισμένοι. Είναι όμως και μια πικρή σάτιρα για τα ανθρώπινα πάθη και τους παραλογισμούς. Ο Παρασκευόπουλος κατάφερε να φωτίσει και τις δύο αυτές πλευρές του έργου. Ο «Γλάρος» του είχε και τραγικό βάρος (στο δεύτερο και καλύτερο μέρος) και την απαραίτητη δόση υπερβολής που χρειάζεται η σάτιρα (όπως στη σκηνή της αποτυχημένης παράστασης του Τρέπλιεφ, που έμοιαζε με φάρσα).

Σε αυτό το λεπτό νήμα, που χώριζε το δράμα από τη φάρσα, ισορρόπησαν καλύτερα η Γιώτα Φέστα (Αρκάντινα), η Χρυσή Μπαχτσεβάνη (Νίνα) και ο Γιώργος Βεργούλης (Τριγκόριν). Φιλότιμη προσπάθεια, που αφήνει υποσχέσεις για τα επόμενα βήματά του, έκανε ο Γκαλ Α. Ρομπίσα (Τρέπλιεφ), ο οποίος χωρίς να έχει προηγούμενη εμπειρία αναμετρήθηκε με έναν από τους σπουδαιότερους ρόλους του παγκοσμίου θεάτρου.

Στο «Γλάρο» πράγματι συμβαίνουν τα πάντα κάτω από την καθημερινότητα των χαρακτήρων. Ο Παρασκευόπουλος έκανε τη δική του ολοκληρωμένη πρόταση για το πώς πρέπει να διαβάζουμε τον τσεχοφικό «Γλάρο» ώστε να συλλάβουμε το νόημά του και να φτάσουμε στον πυρήνα του, έστω κι αν στο πρώτο μέρος μας αποσυντόνισε σε κάποια σημεία με τα ευρήματά του.