Ιανουάριος 27, 2020

Είδαμε τις «Τρεις αδελφές» του Δημήτρη Καραντζά, που ξεπέρασαν τις προσδοκίες μας

Στο ιστορικό θέατρο Βεάκη, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης τονίζει με το εντελώς προσωπικό του σκηνοθετικό στίγμα την απαισιοδοξία και την επικαιρότητα του κλασικού έργου του Τσέχοφ.

Μόλις σηκώνεται η βαριά κόκκινη αυλαία του Βεάκη (πόσο καιρό είχαμε να δούμε σε θέατρο!), μας περιμένει μια έκπληξη. Τις τρεις αδελφές, που στο έργο του Τσέχοφ είναι από 20 έως 28 ετών, δεν τις υποδύονται νεαρές ηθοποιοί, αλλά τρεις γυναίκες από 40 και πάνω. Δεν είναι όμως μόνο αυτό που μας αιφνιδιάζει. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Όλγα), η Μαρία Κεχαγιόγλου (Μάσα) και η Αθηνά Μαξίμου (Ιρίνα) εμφανίζονται στην εντελώς γυμνή σκηνή σέρνοντας το βήμα, το βλέμμα και τα λόγια τους. Μοιάζουν ακόμη πιο γερασμένες, σαν 80χρονες ηλικιωμένες που έχουν παραιτηθεί από τη ζωή.

Με αυτή την εικόνα, χωρίς να αλλάζει την κανονική ροή του κειμένου, ο Δημήτρης Καραντζάς κάνει μια κίνηση-ματ. Αναποδογυρίζει το χρόνο του έργου και μας λέει χωρίς περιστροφές ότι το μέλλον έχει ήδη συμβεί: οι τρεις αδελφές είναι ήδη τσακισμένες γιατί η επιστροφή στη Μόσχα δεν θα συμβεί ποτέ. Φέρνει δηλαδή νοερά το τέλος στην αρχή, για να οδηγήσει τις ηρωίδες ξανά, μαζί με εμάς, στην ίδια κατάληξη, μέσα από την ίδια επίπονη διαδικασία. Μέσα στα πρώτα κιόλας λεπτά ο Καραντζάς μας έχει τυλίξει στην αβάσταχτη μελαγχολία του έργου.

Γραμμένες από τον Τσέχοφ το 1900 και πρωτοπαιγμένες το 1901, οι «Τρεις αδελφές» είναι ένα από τα πιο απαισιόδοξα έργα του παγκόσμιου θεάτρου. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του στρατιωτικού πατέρα τους, η Ιρίνα, η Μάσα και η Όλγα ζουν σε μια θλιβερή επαρχιακή πόλη της Ρωσίας όπου εκείνος είχε πάρει την τελευταία του μετάθεση. Αναπολούν την αστική ζωή τους στη Μόσχα και προσδοκούν να επιστρέψουν εκεί φλυαρώντας, ερωτοτροπώντας και κάνοντας παρέα με συναδέλφους και φίλους του πατέρα τους. Στις «Τρεις αδελφές», ο Τσέχοφ μιλάει ανελέητα για την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, για το πόσο μάταιο είναι να προσπαθούμε να την κατακτήσουμε, μέσα από ήρωες που δεν κάνουν απολύτως τίποτα καθώς συντρίβονται από το πέρασμα του χρόνου.

Οι «Τρεις αδελφές» του Δημήτρη Καραντζά δεν μοιάζουν με κανέναν άλλον Τσέχοφ που έχεις ξαναδεί ή έστω περιμένεις να δεις σε ένα ιστορικό θέατρο όπως το Βεάκη. Η αισθητική, το χιούμορ, τα ευρήματα και ο δυσοίωνος τρόπος που ο Καραντζάς ερμηνεύει το έργο, δημιουργούν έναν ολότελα καινούργιο και ιδιαίτερο κόσμο, που κινείται στους δικούς του (υπνωτιστικούς) ρυθμούς. Αξίζει να είσαι υπομονετικός και κυρίως ανοιχτόμυαλος για να εισέλθεις μέσα του και να του επιτρέψεις να σε απορροφήσει.

Η έννοια του χρόνου, δηλαδή το πώς κυλά βασανιστικά και πώς τον αξιοποιούν οι άνθρωποι, είναι κεντρική σε αυτό το έργο του Τσέχοφ. Ο Καραντζάς αποτυπώνει αυτό τον προβληματισμό με ευρηματικό τρόπο. Οι ηθοποιοί μεταφέρουν διαρκώς παλιά έπιπλα, φυτά, οικιακές συσκευές, χαλιά και σαμοβάρια, και τα στοιβάζουν στη σκηνή. Στο τέλος, το σκηνικό θυμίζει μια ακατάστατη αποθήκη με vintage έπιπλα και αντικείμενα. Συμβολίζει το παρόν, ένα παρόν όμως φορτωμένο με αναμνήσεις, οι οποίες παγιδεύουν τις τρεις αδελφές και τους υπόλοιπους ήρωες του έργου, τους δυσκολεύουν να κινηθούν και τους εμποδίζουν να φτάσουν οπουδήποτε – οι ηθοποιοί κυριολεκτικά σκαρφαλώνουν για να πάνε από το ένα σημείο στο άλλο.

Καθώς βλέπουμε τους ήρωες να ζουν τη ρουτίνα τους μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, να περιφέρουν την απογοήτευσή τους και να αδρανούν λέγοντας διαρκώς πόσο κουρασμένοι αισθάνονται, οποιαδήποτε επιθυμία τους, πόθος και πρόοδος είναι εξ ορισμού καταδικασμένα. Οι ηρωίδες ξεσπούν συνεχώς σε λυγμούς, αλλά ο Καραντζάς δείχνει να μη συγκινείται από το δράμα τους. Δεν αφήνει μάλιστα κι εμάς να συγκινηθούμε, σπρώχνοντας ήρωες και καταστάσεις στην καρικατούρα και εμβολίζοντας την τραγωδία με κωμικά ξεσπάσματα. Μας κρατάει σε απόσταση ασφαλείας να παρατηρούμε αυτά τα ιδρυματοποιημένα άτομα, όπως θα παρατηρούσε ένας κοινωνικός επιστήμονας τους τρόφιμους να αλληλεπιδρούν στον κοινόχρηστο χώρο μιας ψυχιατρικής κλινικής.

Η κορύφωση στην τέταρτη πράξη έρχεται με μια θεαματική, ονειρική σκηνή. Τα πανύψηλα ξύλινα πάνελ ανοίγουν αποκαλύπτοντας τον εξωτερικό χώρο του σπιτιού, που φωτίζεται σε μια ψυχρή απόχρωση του μπλε και απλώνεται αχανής για να αποδράσουν επιτέλους οι τρεις αδελφές. Κάτω από το χιόνι, εκείνες αλλάζουν ρούχα, στροβιλίζονται φορώντας τα παιδικά τους φορεματάκια και ελπίζουν για μια τελευταία φορά ότι θα επιστρέψουν στη Μόσχα, μέχρι που διαψεύδονται οριστικά. Δυστυχώς, καθώς όλα αυτά συμβαίνουν στο βάθος της σκηνής, όσοι κάθονται στις πρώτες σειρές της πλατείας έχουν περιορισμένη ορατότητα.

Πέρα από τις απόλυτα εκφραστικές πρωταγωνίστριες, όλοι οι ηθοποιοί υπηρετούν πιστά το όραμα του Καραντζά – κι όχι μόνο γιατί κάνουν ακροβατικά ανάμεσα στα στοιβαγμένα έπιπλα. Η Σύρμω Κεκέ (Νατάσα) μεταμορφώνεται σταδιακά στη «σκύλα» νύφη των τριών αδελφών που επιβάλλεται σιγά-σιγά μέσα στο σπίτι τους, ενώ στο πετσί των παθητικών συζύγων μπαίνουν ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Αντρέι, ο τέταρτος αδερφός και σύζυγος της Νατάσας) και ο Γιάννης Κλίνης (Κουλίγκιν, ο σύζυγος της Μάσα). Ο Αιμίλιος Χειλάκης δίνει μια ξεχωριστή ερμηνεία, παίζοντας με σιγουριά τον αξιωματικό Βερσίνιν. Με την αισιοδοξία και το ρομαντισμό του αφήνει μια αχτίδα φωτός να μπει μέσα στο πνιγηρό σπίτι. Η ελλειπτική και υπαινικτική μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται η συγκεκριμένη σκηνοθετική προσέγγιση.

Η μαγκιά του Καραντζά είναι ότι με αυτό το ανέβασμα των «Τριών αδελφών» τονίζει την επικαιρότητα ενός κλασικού και πολυπαιγμένου έργου. Με τη δική του σύγχρονη γλώσσα, το απευθύνει κυρίως στη δική του γενιά (είναι 32 ετών ο ίδιος), που έχει δει τα όνειρα και τις επιθυμίες της να καταπνίγονται και δυσκολεύεται να διαχειριστεί την κατάστασή της, αλλά στέλνει και ένα μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση. Δείχνοντας το χρόνο να «πλακώνει» τις τρεις αδελφές, ξεκαθαρίζει με αποκαλυπτικό τρόπο ότι εξιδανικεύοντας το παρελθόν το μόνο που καταφέρνουμε είναι να μένουμε άπραγοι στο παρόν και να μη χτίζουμε ένα καινούργιο μέλλον.

Περισσότερες πληροφορίες για τις ώρες και τα εισιτήρια της παράστασης εδώ.